Οι επιζήσαντες: Ο… Παπαδιαμάντης γράφει για το Survivor

Κάτω από τον κρημνόν, εις την άκρην θαλασσοφαγωμένου βράχου μακρινής νήσου εξενιτεύθησαν εν έτει 201….είκοσι τέσσερεις νέοι και νεάνιδες. Δεν είχον φέρει κάτοπτρον διά να βλέπωσι το ηλιοκαές πρόσωπόν τους να λάμπη εις τον αιγιαλόν.

Ημίσεις εξ αυτών διέμενον πλησίον του μεγάλου κυρτού βράχου και οι λοιποί εις μικρόν θαλάσσιον άντρον, στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών. Eπί έξι συνεχείς μήνας ηθλούντο δι’ εν πινάκιον ορύζης οι νικηταί και οι ηττημένοι δι΄ έν τεμάχιον όφεως, από τους πολλούς που έζων εις τας λόχμας της νήσου. Όλοι οι κάτοικοι της τηλεπόλεως και του προσωποχωρίου ήσαν διηρημένοι εις δύο μεγάλα στρατόπεδα. Την καρδίαν των περισσοτέρων είχεν κερδίσει, εις νέος από τα γενέθλια χώματα της ιδικής μου νήσου. Aκτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, ήτο αυτός ο ανεγνωρισμένος αρχηγός των μαγκών της Άνω Ενορίας. Τα δύο ποδάρια του ήσαν χονδρά, μελαψά κα πλατέα, ως δύο κατάρτια. Εφόρει φαιάν φανέλαν, ήτις ήτο άμα το υποκάμισον και το επανωφόρι του και κοντόν πανταλόνι. Τον απεκάλουν Ντάνο. Πόθεν και διατί ωνομάσθη ούτω; Άδηλον .

Πολλάκις, ότε δεν εγύμναζον εις αθλοπαιδιάς τα ευλύγιστα σώματά των, εκολύμβουν επ’ ολίγα λεπτά της ώρας. Δεν ησθάνοντο όμως την γλύκαν, την άφατον μαγείαν, δεν εφαντάζοντο τον εαυτό τους ως να ήσαν έν με το κύμα, ως να μετείχαν της φύσεως αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους. Οι λογισμοί των εκάλπαζον εις το έπαθλον, το οποίον θα εδίδετο πανηγυρικώς άμα τη λήξει των γυμναστικών επιδείξεων. Τας νύχτας εδέχοντο κατ᾽ όψιν το ωχρόν φως της σελήνης, το οποίον επέχριεν ως με αργυράν κόνιν τους αβρούς χαρακτήρας των. Καθήμενοι κοντά εις την εστίαν, ήτις έρριπτε σκιάν αντί φωτός εις τα αγωνιώδη πρόσωπά των, εμάνθανον από καιρού εις καιρόν τίς εψηφίσθη δι’ αποχώρησιν. 
Ο Σάκης, όστις διηύθυνεν την ομήγυριν των πειναλέων, μίαν ημέραν τους ανεκοίνωσεν ότι έπαυσαν πλέον τα βάσανά των. 

-Δεν σου φαίνεται πως πάμε να πούμε τα ‘πιστρόφια; τον ηρώτησεν η γυνή εκ της παραγωγής με την ξανθάν κόμην.
― Ναι, σαν να γυρίζουμε από γύφτικο γάμο, είπεν ο Σάκης. 

Είχον απομείνει πλέον δύο. Ο Ντάνος και ο Μάριος εκ της μαρτυρικής νήσου. Ούτοι διηγωνίζοντο περί του χρηματικού γέρατος. Το φιλοθεάμον κοινόν, διεγείρον και εκκωφαίνον όλην την συνοικίαν εις την οποίαν έλαβεν χώραν ο τελικός αγών, ήτο έτοιμον από καιρόν διά το αποτέλεσμα. Ο Ντάνος, με τους πυκνούς ήδη ιούλους του καστανού γενείου και του μύστακος, εσταυροκοπήθη διά το θαύμα, με το οποίον τον αξίωσε ο Θεός. Εις την Σκιάθον αι ηχοί απ᾽ όλας τας γειτονίας ηγέρθησαν, και αντήχει παρατεταμένως το φαιδρὸν και γοργὸν άσμα. 

Βασίλω μ᾽, τα κουμπούρια σου
με τι τα ᾽χεις γεμάτα,
βαριά, π᾽ ανάθεμά τα!

Δεν παρήλθεν πολύς καιρός και άπαντες οι νέοι και αι νεάνιδες εξηφανίσθησαν από της τηλεπόλεως και του προσωποχωρίου. Ουδείς έμαθεν τον λόγον. Ισως να εχάθησαν εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ ανθρωπίνης αυταρεσκείας και ανθρωπίνης ιδιοτελείας.

Για την αντιγραφή: Χρύσα Κακατσάκη

Σχόλια

Related Posts