Αφορμή για το κείμενο αυτό είναι το πρόσφατο άρθρο του Σάββα Αλεξόγλου « Λογική και συναίσθημα στην πολιτική: Μια δύσκολη ισορροπία». Κυρίως η κατάληξή του: «Η πρόκληση για τη ΔΗΜΑΡ είναι να συνεχίσει τον προεκλογικό διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί μόνον η ανανεωτική αριστερά μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης στην αναγκαία ωρίμανση του. Αυτό δηλαδή που ήδη κάνουν, όσοι από την ανανεωτική πτέρυγα παρέμειναν σε αυτόν».

Δεν θα υπήρχε ανάγκη δημόσιας αντιπαράθεσης, με όλο τον σεβασμό στον αρθρογράφο, εάν δεν εξέφραζε τις απόψεις και μύχιες επιδιώξεις πολλών εκ των ηγετικών στελεχών της Δημοκρατικής Αριστεράς. Στελεχών, τα οποία βιώνουν το υπαρξιακό τους πρόβλημα, βλέποντας τη γιγάντωση του ΣΥΡΙΖΑ και το «λάθος» της αποχώρησής τους το 2010.

Το καταληκτικό συμπέρασμα είναι λογικό επακόλουθο αυθαίρετων παραδοχών για την ιστορία, τον χαρακτήρα και την πολιτική τακτική και παρουσία της ανανεωτικής Αριστεράς. Όρος, όπως και αυτός του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ιστορικά παρωχημένος και ιδεολογικά κενός περιεχομένου. Όροι που χρησιμοποιήθηκαν ως αντιθετικοί προσδιορισμοί του ρεύματος του ευρωκομουνισμού απέναντι στα παραδοσιακά κομουνιστικά κόμματα και τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Όροι που και σήμερα χρησιμοποιούνται για δύο λόγους. Ο πρώτος, επειδή είναι ασαφείς, επιτρέποντας τη χρήση και ερμηνεία τους κατά το δοκούν από ομάδες με σαφώς αντιθετικές ιδεολογικά και πολιτικά θέσεις. Ο δεύτερος, ως προκάλυμμα για την αποφυγή του όρου σοσιαλδημοκρατία. Όρος που προκαλεί από ντροπή έως αποτροπιασμό στην κομουνιστική Αριστερά και στους επιγόνους της. Η ταύτιση της Αριστεράς με την κομουνιστική και την εξ’ αυτής  προελθούσα ριζοσπαστική είναι μία ακόμα ελληνική πρωτοτυπία. Παγκοσμίως η σοσιαλδημοκρατία είναι και θεωρείται Αριστερά και όχι παρακολούθημά της.

Οι αυθαίρετες παραδοχές είναι αφενός  ότι η ισχνή εκλογική της επιρροή δεν οφείλεται σε πολιτικά λάθη και αφετέρου ότι τα ελλείμματα- και πολιτικά εγκλήματα- της ηγεσίας της δεν προσδιόρισαν καθοριστικά την περιορισμένη απήχησή της.

Ας θυμηθούμε,  ότι η δυναμική της ΕΑΡ ήταν εκθετικά αυξανόμενη με την μαζική εγγραφή και συμμετοχή μελών και με διαφαινόμενη την εκλογική της επιτυχία. Ήταν η ανεπάρκεια της ηγεσίας της ανανεωτικής Αριστεράς και το απολογητικό σύνδρομο της διάσπασης που ανέκοψε την πορεία της, διασώζοντας το καταρρέον ΚΚΕ με τη δημιουργία του Συνασπισμού.

Ας θυμηθούμε επίσης την τακτική της Δημοκρατικής Αριστεράς από την εποχή της δημιουργίας της. Την φοβική αντιμετώπιση και απόρριψη όσων συνέρρεαν στις γραμμές της, την εποχή της δημοσκοπικής έκρηξης, με την αιτιολογία ότι ήταν πρώην μέλη του ΠΑΣΟΚ. Την προσωπική-αρχηγοκεντρική πολιτική του προέδρου της, αρχής γενομένης από την διαδικασία λήψης της απόφασης για τον τρόπο συμμετοχής στην τρικομματική κυβέρνηση. Την τυπική λειτουργία της ΚΕ ως επικυρωτικού οργάνου προειλημμένων αποφάσεων. Την εναλλαγή πολιτικής και συμμάχων με σταθερούς ρυθμούς εκκρεμούς, που οδήγησαν στη συντριβή των ευρωεκλογών. Την απαξιωτική συμπεριφορά του προέδρου με την κωμωδία της παραίτησης – μη παραίτησης και τις παλινωδίες στο θέμα του ΠτΔ. Και εν τέλει την θλιβερή περίοδο των, ερήμην του κόμματος, διαπραγματεύσεων με τον ΣΥΡΙΖΑ. Όταν κάποιοι, που σήμερα εμφανίζονται τιμητές των πάντων και ομνύουν στην ανασυγκρότηση της Δημοκρατικής Αριστεράς,  είχαν συμφωνήσει στην αδρανοποίηση της με αντάλλαγμα τη συμμετοχή λίγων στελεχών στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ. Πλήρης απαξίωση η οποία οδήγησε το κόμμα στον μόνο δυνατό δρόμο. Στη χλεύη και στην περαιτέρω συντριβή.   Φταίνε λοιπόν και οι πολιτικές και ο αμοραλισμός της ηγεσίας της Δημοκρατικής Αριστεράς για την εκλογική της κατάρρευση.

Υποβαθμίζεται στο άρθρο και θεωρείται τακτικά ορθή η πολιτική του ψεύδους, του διχασμού, του πολιτικού μανιχαϊσμού και της μισαλλοδοξίας, που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ  στην κυβέρνηση και συνεχίζει να τον οδηγεί με σταθερότητα στην κατά Φίλη κατάληψη της εξουσίας. Αντ’ αυτού κατασκευάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ των ονείρων μας με τον οποίο είμαστε δυνάμει συνοδοιπόροι. Ιδεολόγημα που χρησιμεύει ως άλλοθι για την πολιτική τακτική αυτών που προσβλέπουν στη συνεργασία και εν τέλει ενσωμάτωση στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι οποίοι, δυστυχώς, επιφυλάσσουν για την Δημοκρατική Αριστερά αυτό τον ρόλο χωρίς να διατυπώνουν καθαρά την πρόθεσή τους. Και είναι πολλοί και από όλες τις «τάσεις».

Η υπαρξιακή αγωνία όσων παραμένουν μέλη και αγωνιούν απαιτεί σεβασμό και αλήθεια. Από όλους μας. Ο ιδιότυπος όμως «ανανεωτικός» πολιτικός  αμοραλισμός των κομματικών ελίτ που απέμειναν δεν επιτρέπει, δυστυχώς, ούτε αυτό. Κρίμα!

 

 

Σχόλια