Το dim/art, την παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, σε ένα πρωτότυπο και εμπνευσμένο άρθρο,  απευθύνθηκε στον πρόεδρο και τους βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς για να «μιλήσουν» αυτή την ξεχωριστή ημέρα με ένα ποίημα. Και αυτοί το έκαναν.

Γράφει το Dimart:

Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης γιορτάζουμε σήμερα, 21 Μαρτίου, και σε πολλές χώρες στον κόσμο οι λάτρεις της ποίησης θα σκεφτούν διάφορους τρόπους για να αναδείξουν την ξεχωριστή θέση της ανάμεσα στα άλλα λογοτεχνικά είδη. Η αρχική έμπνευση για τον εορτασμό της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος και τον εισηγήθηκε το φθινόπωρο του 1997 στην Εταιρεία Συγγραφέων. Η ιδέα έγινε αποδεκτή από το Διοικητικό Συμβούλιο και η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε τον εορτασμό της στις 21 Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας. Η πρώτη ημέρα ποίησης γιορτάστηκε το 1998 και γνώρισε σημαντική επιτυχία. Ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης τότε της Ελλάδας στην UNESCO, μετέφερε την πρόταση στον διεθνή οργανισμό και στη Γενική Διάσκεψη του Οκτωβρίου του 1999, στο Παρίσι, αποφασίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη η επίσημη θεσμοθέτηση της 21ης Μαρτίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης με το εξής σκεπτικό:

«Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά “Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση”».

Ποιους ποιητές διαβάζουν οι πολιτικοί; Το dim/art ρωτάει και ο Πρόεδρος και οι βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς απαντάνε μ’ ένα ποίημα:

Φώτης Κουβέλης, Πρόεδρος Δημοκρατικής Αριστεράς

Ποιητική
του Μανόλη Αναγνωστάκη

— Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεοτέρους.

—Το τί  δ ε ν  πρόδωσες  ε σ ύ  να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποιά ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν  π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

* * *

Σπύρος Λυκούδης, νομικός, Βουλευτής Επικρατείας

Ἐπίλογος (Φυσάει)
του Τάσου Λειβαδίτη

Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.
Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.
Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.

Ποῦ νὰ πάω

Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,
ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν

Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.
Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.

Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι

Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.

Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.

Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.

Sos, sos, sos, sos
Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.

Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου

* * *

Γιάννης Πανούσης, καθηγητής Εγκληματολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών, βουλευτής Α’ Αθηνών.

Νομοτελειακό
του Γιάννη Απαρθινού

Το μέλλον διαρκεί πολύ.
Δε θα το προλάβουμε
κοιτάζοντας κατάματα
το μεγάλο ρολόι της παραγωγής
ή τις σκιάσεις της ζωής μας
που φευγαλέα προβάλλονται
μέσα στον καθρέφτη
των ιδεολογιών.
Η πολιτική σκέψη είναι πιο αργή
από την καρδιά.
Η πολιτική δράση πιο αργή
από την ιστορία
Κι εμείς είμαστε καταδικασμένοι
να επινοούμε πάντα
ένα αύριο
στα μέτρα των φιλοδοξιών μας.

* * *

Γρηγόρης Ψαριανός, δημοσιογράφος, βουλευτής Β’ Αθηνών.

Κι ἤθελε ἀκόμη…
του Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει.
Ὅμως ἐγὼ Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα.
Ἔβλεπα τώρα Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.

Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.

Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

* * *

Νίκη Φούντα, αρχιτέκτονας, βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.
του Κ. Π. Καβάφη

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

* * *

Νίκος Τσούκαλης, νομικός, βουλευτής Αχαΐας

Από τη συλλογή «Ανακάλυψη»
του Τάσου Λειβαδίτη

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι: τους συ-
χωρώ έναν έναν όλους,
άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα, αλλά εκεί-
νη αρνείται,
κάθομαι, λοιπόν, σε μια πέτρα και σκέφτομαι τα ωραία μαλ-
λιά της κούκλας που οι ηλίθιοι μού τη χάρησαν φαλα-
κρή,
η θεία, θυμάμαι, ανέβαινε τρεις φορές την εβδομάδα στη
σοφίτα, αλλά δεν την είδαμε ποτέ να κατεβαίνει,
ίσως πήγαινε να επιδιορθώσει τις χορδές, ποιος ξέρει,
υπήρχε, μάλιστα, κι ένα μυστικό συμβόλαιο, (κι ανατριχιά-
ζω που είμαι ο πρώτος που το αναφέρω),
γιατί όλα αυτά ήταν ωραία και μακρινά, κι εγώ είχα κάνει
όρκο να τραβήξω το δρόμο μου,
αλλιώς νίπτω τας χείρας μου, και για νάμαι ακόμα πιο σι-
γουρος, πέταξα τα λίγα κέρματα στο χαντάκι, αφού
στις μέρες μας πρέπει νάχει κανείς μια προσωπική
γνώμη για όλα
κι ύστερα κατέβηκα τα σκαλιά με μια γλυκιά ακαθόρι-
στη φρίκη
ότι έζησα τόσα πολλά χωρίς να το ξέρω.

* * *

Δημήτρης Αναγνωστάκης, εκπαιδευτικός, βουλευτής Ευβοίας.

Αν
του Rudyard Kipling

Αν να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρο σου όλοι
το ‘ χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι’ αυτό το φταίξιμο σε σένα,
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον εαυτό σου,
όταν για σένα αμφιβάλλουν όλοι, αλλά να βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμα και για την αμφιβολία τους αυτή,
Αν να προσμένεις το μπορείς δίχως από την προσμονή ετούτη ν’ αποσταίνεις,
ή Αν και σε συκοφαντούν εσύ να μη βυθίζεσαι στο ψέμα,
ή Αν και σε μισούν το μίσος μέσα σου να μην αφήσεις να φουντώνει,
κι ωστόσο να μην δείχνεσαι πάρα πολύ καλός κι ούτε με πάρα πολλή σοφία να μιλάς,
Αν να ονειρεύεσαι μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου,
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου,
Αν το μπορείς το Θρίαμβο και την Καταστροφή να αντικρίσεις
και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς,
Αν να ακούς αντέχεις την αλήθεια που εσύ είχες ειπωμένη
από πανούργους νοθευμένη ώστε παγίδα για τους άμυαλους να γίνει,
ή να θεωρείς όλα αυτά οπού ‘χεις της ζωή σου αφιερώσει, τσακισμένα,
και πάλι ν’ αρχινάς να τα στυλώνεις με εργαλεία φαγωμένα,
Αν να στοιβάζεις το μπορείς σ’ ένα σωρό όλα εκείνα που ‘χεις κερδισμένα.
Και όλα να τα παίξεις κορόνα γράμματα μεμιάς,
και να χάσεις, και κείθε που έχεις ξεκινήσει πάλι ν’ αρχινήσεις
κι ούτε μπορείς καρδιά και νεύρα και μυώνες ν’ αναγκάσεις
πάλι να σου δουλέψουνε κι ας είναι από καιρό αφανισμένα,
κι έτσι ολόρθος να κρατιέσαι μόλο που τίποτα
δε έχει μέσα σου απομείνει
εξόν από τη θέληση που τους μηνά: «Βαστάτε!»
Αν να μιλάς μπορείς με το λαό κι ωστόσο να κρατάς την αρετή σου,
με βασιλιάδες όντας μη χάνοντας το απλό το φέρσιμό σου,
Αν μήτε εχθροί μήτε και φίλοι ακριβοί μπορούν να σε πληγώσουν,
Αν όλοι οι άνθρωποι σε λογαριάζουν, όμως πάρα πολύ κανένας,
Αν το μπορείς την ώρα που ο θυμός σου θέλει να ξεσπάσει να κρατηθείς νηφάλιος
και την γαλήνη σου την πρώτη να ξαναβρείς, δικιά σου τότε θα ‘ ναι η Γη
κι όλα εκείνα πλου κατέχει, και ό,τι αξίζει πιο πολύ-
Άντρας σωστός τότε θε να ‘σαι, γιε μου!

* * *

Ασημίνα Ξηροτύρη-Αικατερινάρη, πολιτικός μηχανικός, βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης

Δρόμοι Παλιοί
του Μανόλη Αναγνωστάκη

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.
(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.)

* * *

Κατερίνα Μάρκου, ιδιωτική υπάλληλος, βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης

Επέτειος (Ἀνυπεράσπιστος καημός, 1955-1970)
του Ντίνου Χριστιανόπουλου

«Βουνὸ μὲ βουνὸ δὲ σμίγει», λένε στὸ στρατό,
«ἄνθρωπος μὲ ἄνθρωπο σμίγει»
ὅμως περάσαν τρία χρόνια κι ἀκόμα νὰ σμίξουμε
καὶ Κύριος οἶδε τί θὰ γίνει τώρα ποὺ μπαίνουμε στόν τέταρτο.
Ἐν τῷ μεταξύ, κάθε μέρα ἔχω μαλώματα μὲ τὴν καρδιά μου.
«Καρδιά μου», τῆς λέω, «κάνε κι ἐσύ μιὰ ὑποχώρηση
ὑπάρχει τόση ὁμορφιὰ σ’ αυτὸ τὸν κόσμο,
ὑπάρxουν τόσα σαββατόβραδα γιὰ γλέντι,
ἐπιτέλους δὲ χάθηκαν οἱ εὐκαιρίες γιὰ προσήλωση».
«Δὲν ξἐρεις τί ζητᾶς», μοῦ ἀποκρίνεται,
«σὲ χάλασαν οἱ τόσες διαψεύσεις,
σ’ ἔκανε εὔκολο ἡ ἀπελπισία,
ἔπαψες νὰ πιστεύεις πιὰ στὸν ἔρωτα: σὲ κλαίω».
Δὲν ξέρω τί τῆς ἔκανες αὐτῆς τῆς καρδιᾶς
καὶ ξημεροβραδιάζεται μὲ τ’ ὄνομά σου
ὅμως ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος,
ἡ σάρκα μου πεινάει, θέλει νὰ φάει,
τὸ αἷμα μου κρυώνει, θέλει νὰ ζεσταθεῖ.
Νὰ φύγεις ἀπ’ τὴ μνήμη μου καὶ τὴν καρδιά μου.

* * *

Θωμάς Ψύρρας, φιλόλογος, βουλευτής Λάρισας

Να σκέφτεσαι τους άλλους
του Μαχμούντ Νταρουίς
[Ποίημα από την έκδοση «Μαχμούντ Νταρουΐς…να σκέφτεσαι τους άλλους-12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή», μτφρ.: Τζένη Καραβίτη, Νήσος, 2009]

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Όταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

* * *

Μαρία Ρεπούση, καθηγήτρια ιστορίας και ιστορικής εκπαίδευσης στην Παιδαγωγική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,  βουλευτής Α’ Πειραιά.

Τα αντικλείδια
του Γιώργη Παυλόπουλου

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

* * *

Μαρία Γιαννακάκη, διεθνολόγος, Βουλευτής Β΄ Πειραιά.

Οι Τελευταίοι
του Τάσου Λειβαδίτη

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε,
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα που τις έθαψε σε λίγο ο ύπνος,
ένας τυφλός εγωισμός όταν χρειαζόταν λίγη κατανόηση
ή μια ηλίθια συγχώρεση όταν έπρεπε να τους πιάσεις από το λαιμό.

* * *

Γιώργος Κυρίτσης Ηθοποιός – συγγραφέας, Βουλευτής Τρικάλων

και για μια ακόμη φορά:
του Τάσου Λειβαδίτη

Γι’ αυτό σου λέω.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Μυρσίνη Λιοναράκη, Τάνια Σιμοπούλου, Μαρία Τσάκος

Πηγή: DimArt

Σχόλια