Έξι μήνες μετά από τις εκλογές βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου κανείς δεν θα φανταζόταν πριν από αυτές και μάλιστα έχοντας αποφύγει μόλις τα πολύ χειρότερα.  Το κόστος αυτού του εξαμήνου είναι διπλό και δύσκολα αποτυπώνεται στο χαρτί.

Το μετρήσιμο κόστος αυτού του εξαμήνου εντοπίζεται σχετικά εύκολα στην οικονομία. Σε αυτό το διάστημα έλαβε χώρα ένας βανδαλισμός της ελληνικής οικονομίας υπεράνω κάθε φαντασίας. Ανατράπηκε η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και πλέον αναμένεται διετής ύφεση. Επιπλέον η κυβέρνηση για να στηρίξει αυτήν της την προσπάθεια χρησιμοποίησε όλους τους πόρους, όλα τα αποθεματικά δημοσίων οργανισμών με το αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να αντανακλάται στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι εκροές κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα ανέρχονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια. Τρώθηκε η τραπεζική πίστη με τις κλειστές τράπεζες και τα capital controls. Απαιτείται εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση τους. Εξανεμίστηκαν οι όποιες πιθανότητες σύντομης εξόδου στις αγορές. Τα δημοσιονομικά μέτρα που συμφωνήθηκαν ώστε να ξαναμπεί η χώρα σε μία τροχιά κανονικότητας είναι ιδιαιτέρως βαριά, ασχέτως που έγιναν αποδεκτά με ανακούφιση έναντι του καταστροφικού σεναρίου του Grexit, που για πρώτη φορά εμφανίστηκε στον επίσημο λόγο της Ευρωζώνης.

Η εξάμηνη παρωδία της δήθεν διαπραγμάτευσης εξανέμισε το όποιο κεφάλαιο αξιοπιστίας είχε με κόπο συγκεντρώσει η χώρα, την κατέστησε στα μάτια πολλών ένα κραυγαλέο παράδειγμα failed state, αποδυνάμωσε την θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την οδήγησε στη χλεύη κρατών και εθνών πολύ μικρότερων, πολύ φτωχότερων και προσφάτως ενταγμένων. Αντί να αναζητηθούν επιμέρους σημαντικές αλλαγές διάφορων παραμέτρων των μνημονιακών προγραμμάτων που και θα ελάφρυναν τα βάρη αλλά και θα ενίσχυαν τις προοπτικές ανάταξης και ανασυγκρότησης, επιλέχθηκε μια στρατηγική ευθείας αμφισβήτησης ενός ολόκληρου οικοδομήματος από θέσεις μάλιστα ιδιαίτερα αδύναμες έως έωλες, από θέσεις που κατά παραδοχή των εμπνευστών τους οδηγούσαν στη ρήξη και στη δραχμή.

Όμως αν αυτό είναι το μετρήσιμο κόστος αυτής της εξάμηνης κυβερνητικής διαχείρισης, το μη μετρήσιμο είναι εξίσου σημαντικό και αφορά στο εσωτερικό της χώρας, στην κοινωνία και στους θεσμούς. Ξεκινώντας από το ζήτημα των θεσμών, παρατηρούμε μία οριακή και εργαλειακή χρησιμοποίησή τους που συνιστά πρόβλημα. Δημοψήφισμα εντός μίας εβδομάδος, ερώτημα ασαφές, μη αποφασιστική ισχύς, ελάχιστος διάλογος και ενημέρωση. Κοινοβουλευτικές διαδικασίες και θεσμικά πρόσωπα διχαστικά, αδύναμα να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης, με λόγο φασιστικό, λαϊκιστικό.  Υπουργοί σε σύγκρουση συμφερόντων με υποθέσεις του προηγούμενου επαγγέλματός τους. Ενημέρωση μέσω non papers, μέσω διαρροών, πολλαπλά κέντρα ισχύος και πληροφόρησης, αλληλοαναιρούμενες πληροφορίες, διαψεύσεις εντός ωρών. Επίθεση στα ΜΜΕ, στοχοποίηση δημοσιογράφων, διοχέτευση πλαστών στοιχείων ενοχοποίησης. Κάλεσμα φιλοκυβερνητικών εκδηλώσεων. Βουλευτές καταψηφίζουν την βασική κυβερνητική επιλογή που καθορίζει αποφασιστικά την επόμενη τριετία αλλά ταυτόχρονα στηρίζουν την κυβέρνηση για την υλοποίηση του ήδη πεταμένου στον κάλαθο των αχρήστων προεκλογικού προγράμματος. Κυβέρνηση με πολιτικά απολεσθείσα δεδηλωμένη που στηρίζεται στις ψήφους της αντιπολίτευσης. Ο κατάλογος είναι αμέτρητος.

Όμως και στο πολιτικό – κοινωνικό ζήτημα η κατάσταση είναι προβληματική. Μετά από πέντε χρόνια συνεπούς και οργιώδους προσπάθειας εγκαθίδρυσης της διαιρετικής τομής μνημόνιο – αντιμνημόνιο σήμερα με ένα νόμο και ένα άρθρο ζητείται από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος να αυτοακυρωθεί πολιτικά. Είναι αυτό εφικτό ή δημιουργεί κινδύνους αστάθειας λόγω πιθανής ενίσχυσης ακραίων πολιτικών δυνάμεων; Μπορεί ο κόσμος του ( αφελούς) αντιμνημονίου να δεχθεί ότι έπεσε θύμα μιας τεράστιας πολιτικής απάτης με εύκολο και ομαλό τρόπο; Είναι δυνατόν η πενταετής γαλούχηση που κορυφώθηκε προ δέκα ημερών να μετατραπεί σε κοινωνική στήριξη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και αλλαγών; Είναι η απομάγευση και η εκλογίκευση εφικτή σε καθεστώς μάλιστα εντεινόμενης οικονομικής πίεσης; Τα φρεσκοτυπωμένα και φρεσκοαναρτημένα λογίδρια και συνθήματα είναι εύκολα προσβάσιμα. Αυτό διαλύει ή όχι το ήδη τρωθέν κύρος του πολιτικού συστήματος; Η κατάσταση αυτή καθιστά εφικτή την πολιτική διαχείριση του κράτους; Μπορεί ο πρωθυπουργός να χειριστεί αυτήν την κατάσταση; Αντιλαμβάνεται ή όχι πως ακόμη και τώρα, μετά την ρεαλιστική στροφή και την παραδοχή του πενταετούς ψέματος πως πυροβολεί τα πόδια του υποστηρίζοντας πως υπέγραψε μέτρα που δεν πιστεύει; Πώς μπορεί να πείσει όσους μέχρι χτες τον ακολουθούσαν πιστά να δεχθούν μνημόνιο και μεταρρυθμίσεις όταν ταυτόχρονα διακηρύττει ότι αυτό ήταν προϊόν εκβιασμού;

Η κατάσταση θα ήταν για γέλια και για κλάματα αν δεν αφορούσε τις ζωές μας. Από εδώ και πέρα υπάρχει μόνος ένας δρόμος. Ο δρόμος της σοβαρότητας και των μεταρρυθμίσεων. Ο δρόμος της εκλογίκευσης, της αλληλεγγύης, της απομάγευσης, της ενηλικίωσης, του ρεαλισμού. Οι πολιτικές ευθύνες αυτής της πορείας θα αποδοθούν όπως αποδόθηκαν οι ευθύνες της χρεοκοπίας, της ατολμίας, της κοινωνικά άδικης διαχείρισης. Ας ξαναπιάσουμε εκείνα και εκείνους που στην αρχή της κρίσης έκαναν λόγο για δίκαιη λιτότητα, για ανάγκη αλλαγών, για υποχρέωση λογικών και μετριοπαθών προτάσεων. Είναι διάσπαρτοι σε πολλά κόμματα.

Το διπλό όμως κόστος θα πληρωθεί από όλους μας.

Σχόλια