Γέμισε το facebook ελληνικές σημαίες. Όλοι περήφανοι για ένα έθνος που μικραίνει, συρρικνώνεται, μάλλινο ρούχο που μπαίνει στα μανίκια κάθε φορά που πλένεται.

Δεν έχω ζήσει έξω κι όσες φορές το επιχείρησα κάτι μου έλειπε. Ήταν ο ήλιος; Η θάλασσα; Η συνήθεια που μαγνητίζει; Μήπως αυτό που λέμε “ρίζες”; Δεν ξέρω να σας πω… ξέρω μονάχα πως αγαπώ τον τόπο μου και τον πονάω. Τα βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ, φέρνω στο νου τα πεζοδρόμια της παιδικής μου γειτονιάς και μετρώ ξανά τα βήματά μου έως το φούρνο του κυρ-Παύλου. Με μια σακούλα τουλουμπάκια κατηφορίζω μέχρι το κολυμβητήριο και συναντώ τους φίλους μου στο πράσινο παγκάκι χαζεύοντας τους μαθητές που μόλις σχόλασαν να κουβαλούν τις τσάντες τους και να γελούν. Κι έπειτα με τα πόδια έως τη γνωστή πλατεία. Να περπατάς στον άνετο πεζόδρομο, δίπλα από τα σιντριβάνια, και να τους ξέρεις όλους! Κι ενίοτε, να κρύβεσαι κάτω από την πέτρινη πυραμίδα να μη σε δουν, γιατί κουράστηκες να χαιρετάς κι αγανακτείς! Κι όταν το μαύρο σύννεφο της εφηβείας σε πλακώνει, βάζεις στις τσέπες τα τελευταία κέρματα από τον κουμπαρά σου και σέρνεις τις χτυπημένες martins σου μέχρι τον στέκι σου που πάντα κάποιον συναντάς, κι ας μην υπάρχουν κινητά, κι ας μην υπάρχειfacebook. Ένας καφές στα δύο, μια μπύρα για τρεις, τάβλι, μουσικές και καβγάδες για το μπάσκετ. Γέλια και πειράγματα, έρωτες μισοί, σημειώσεις για το διαγώνισμα της επομένης και τσακωμοί για τον Καβάφη και το Βάρναλη. Και τα βράδια, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κοιτάζεις το κομμάτι τ’ ουρανού που είναι δικό σου και χαϊδεύει τα μάτια σου να σε κοιμίσει.

Κι αυτό είναι ο “τόπος” σου.

Η παιδική σου γειτονιά, τα πρώτα καλοκαίρια στο χωριό, οι διακοπές στη θάλασσα, δυο καραφάκια ούζο κάτω από τον ήλιο που ζαλίζει, δυο μέρες στο βουνό μ’ όλο το πράσινο ν’ απλώνεται στα πόδια σου, η μυρωδιά από το τζάκι και τα πεύκα, το βρεγμένο χώμα που σ’ αγκαλιάζει ολόκληρο και το ουράνιο τόξο που ξεδιπλώνεται μπροστά σου μετά από κάθε μπόρα. Είναι η μητρική αγκαλιά που γιατρεύει τις απελπισίες σου και όταν λείπει, κολυμπάς σπασμωδικά στη θάλασσά σου μη πνιγείς. Και “αγαπώ” τον τόπο μου, σημαίνει πως τον ξέρω, τον αντέχω. Σημαίνει τον μαθαίνω, τον διαβάζω, τον ξεγυμνώνω από την όμορφη φορεσιά του, τις θάλασσες και τα βουνά, τα ηρωικά παραμυθάκια που μαθαίνω στο σχολείο, βάζω στην άκρη τη σημαία του και το σταυρό του και τον κοιτώ στα μάτια – γιατί τα μάτια λένε πάντα την αλήθεια, κι αυτό δεν είναι απλά ένα κλισέ.

Κι αν πεις“τον αγαπώ τον τόπο μου”, θα πει τον δέχεσαι, τον σέβεσαι, τον αγκαλιάζεις σαν να’ τανε παιδί σου. Θα πει πως παίρνεις τα καλά του και τα κάνεις καλύτερα, πως βλέπεις τ’ άσχημά του και θέλεις να τα φτιάξεις, θα πει πως τον φροντίζεις, τον αφουγκράζεσαι, γιατρεύεις τις πληγές του και του μαθαίνεις γράμματα. Δεν τον πετάς μες στις λακκούβες που γεμίζουνε νερά κάθε που βρέχει, δεν τον αφήνεις στα σκουπίδια. Δε χαραμίζεις τα ταλέντα του, δεν δοκιμάζεις τα όριά του, δεν τον βολεύεις πρόχειρα μες στις γαρδένιες στα μπουζούκια να τον ξεφορτωθείς. Το “σ’ αγαπώ” δε λέγεται μα φαίνεται όταν υπάρχει.. βρίσκεται στις καθαρές αυλές και τους περιποιημένους δρόμους, στις ουρές των supermarket, στα κόκκινα φανάρια και τις διαβάσεις, στην καλημέρα που θα πεις, στην κατανόηση που θα δείξεις, στην ελευθερία που θα σεβαστείς, στη βία που θα αποκηρύξεις. Το “σ’ αγαπώ” δε λέγεται, μα φαίνεται σε όλα τα μικρά της κάθε μέρας μας και όχι στη μεγάλη γαλανόλευκη που υψώνεται στα ψεύτικα προφίλ μας.

Πίνακας στη κορυφή του άρθρου: Χρίστος Ευσταθίου

www.radio0211.de

Σχόλια