Ο 48χρονος διάσημος συγγραφέας,  Χρήστος Τσιόλκας, γιος  Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία, βρίσκεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει το νέο του βιβλίο «Μπαρακούντα».

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην δημοσιογράφο Νόρα Ράλλη για την  Εφημερίδα των Συντακτών  αναφέρεται στα βιώματα του, τα βιβλία του, τον ρατσισμό στη Αυστραλία αλλά και την Αριστερά σήμερα στον κόσμο.

________________________

Δεν τολμάει να πει «είμαι Έλληνας», όχι γιατί δεν νιώθει, αλλά γιατί δεν βιώνει την κρίση όπως εμείς. «Διαβάζω, ρωτάω, αλλά είναι σαν να σας βλέπω από το παράθυρο. Αν δεν ζήσω το ίδιο με σας, πώς μπορώ να πω ότι ξέρω;». Σεμνός, ακέραιος και ειλικρινής. 100% Έλληνας και 0% νεοέλληνας. Του το λέμε και γελάει. Γελάει συνέχεια, με ένα γέλιο δυνατό. Ο Χρήστος Τσιόλκας μάς κέρδισε κατευθείαν με τα σπαστά ελληνικά του και ναι, την αγαθότητά του, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Το βλέπεις αμέσως από τον τρόπο που του μιλάνε οι άνθρωποι, αναγνώστες και φίλοι. Έχει μια ιδιαίτερη αύρα, συγκεντρώνει γύρω του θαυμασμό και αγάπη.

Γιος αριστερών μεταναστών της Αυστραλίας, του Γιώργου και της Γεωργίας («εύκολο για τις γιορτές!» λέει και πάλι γελάει), αριστερός και ο ίδιος, γκέι, με τον ίδιο σύντροφο από τη δεκαετία του ’80, και κυρίως πολύ καλός συγγραφέας. Λατρεύει τα βιβλία του Ζενέ και τις ταινίες του Παζολίνι. Το πρώτο του βιβλίο, «Κατά μέτωπο», έγινε αμέσως ταινία και «Το χαστούκι» μπεστ σέλερ. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος από την εφημερίδα «The Age» για το «Νεκρή Ευρώπη». Το φθινόπωρο του 2009, με «Το χαστούκι» («The Slap»), κέρδισε το βραβείο του καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 ήταν υποψήφιος για το Booker. Βέβαια, ο ίδιος μέχρι και το 2010 δεν είχε πιστέψει πως είναι συγγραφέας και δούλευε παράλληλα και ως βοηθός κτηνιάτρου! «Μόνο να γράφω ήθελα πάντα, αλλά μου πήρε καιρό να το αποδεχτώ ως τη μόνη μου ιδιότητα».

Το τελευταίο του βιβλίο, «Μπαρακούντα», που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Ωκεανίδα), μιλάει για τον Ντάνι, ένα παιδί με εξαιρετικές επιδόσεις στον αθλητισμό, που για να ανταπεξέλθει στην ταπείνωση που δέχεται από τους συμμαθητές του, απαντάει με βία και έτσι κερδίζει τον σεβασμό τους. Γίνεται ο «μπαρακούντα», ο «ψυχάκιας». Ένα βιβλίο για τις ταξικές διαφορές, τον αθλητισμό, την πολιτική, τη μετανάστευση, την εκπαίδευση. Εμπεριέχει όλα όσα είναι ένας άνθρωπος: οικογένεια, φιλία, αγάπη, δουλειά∙ τους ρόλους και τις ταυτότητες που υιοθετούμε και απαρνούμαστε. Όλα όσα είναι και ο ίδιος ο συγγραφέας. Εξάλλου, φέρει αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η συζήτησή μας ξεκινάει με αναφορά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Του κάνει εντύπωση το γεγονός του συνεταιρισμού…

«Στην Αυστραλία, η ενημέρωση δεν είναι καθόλου καλή. Ο Ρούπερτ Μέρντοχ είναι Αυστραλός και λύνει και δένει και στη χώρα μου. Έχουμε μόνο πέντε εφημερίδες – οι τέσσερις δικές του και η μία, που δεν του ανήκει, δεν είναι αριστερή. Ανήκει στο Κέντρο, δηλαδή στη Δεξιά, έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα. Αυτή είναι η κατάσταση δυστυχώς».

• Δηλαδή, μου μιλάτε για καθεστώς ανελευθερίας του Τύπου;

«Και να ’ταν μόνο του Τύπου. Στην Αυστραλία η έννοια του έθνους συνδέεται με την πολιτική. Μέχρι το ‘72, κάθε ξένος ήταν παρείσακτος. Οι γονείς μου έζησαν ως μετανάστες σε απίστευτα δύσκολες συνθήκες. Έφυγαν από την Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Και να ξέρεις, οι περισσότεροι μετανάστες από ένα πράγμα προσπαθούν να ξεφύγουν: από τον πόλεμο! Βέβαια, μετά το ’72 που η χώρα είχε αποκτήσει βιομηχανίες και ήθελε εργάτες, ξαφνικά είπαν, “ε, τι πειράζει που οι Ιταλοί και οι Έλληνες έχουν σκούρο δέρμα. Είναι και λίγο Ευρωπαίοι”. Κι έτσι μας δέχτηκαν. Μέχρι τότε, απίστευτος ρατσισμός. Αλλά και σήμερα, μη νομίζεις. Κατ’ αρχήν, η Αυστραλία έχει σχεδόν εξαφανίσει τους ιθαγενείς Αβορίγινες. Μιλάμε για γενοκτονία! Ο σύντροφός μου εργάζεται για τη χαρτογράφηση των περιοχών των ιθαγενών, καθώς κανένας από τους επίσημους χάρτες δεν τους εμπεριέχει. Η αποικιακή ιστορία της Αυστραλίας είναι μια ιστορία ντροπής. Και είναι και δικό μου κομμάτι, αφού εκεί μεγάλωσα και ζω. Το φέρω μέσα μου πολύ βαριά».

• Βρίσκετε διαφορές με την Ελλάδα;

«Πάντοτε ο πατέρας μου μας έλεγε πως “Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της”. Και όταν έγινε η κρίση, που ήταν βαριά άρρωστος και δεν μπορούσε να ταξιδέψει πίσω, μας το ξανάλεγε. Αυτός ήταν ο καημός του, που δεν μπόρεσε να μείνει ως αριστερός στη χώρα του. Και σας το λέω με πολλές τύψεις, καθώς ούτε εγώ ζω τη δυστυχία και τις αδικίες που βιώνετε εσείς: σε όλο τον κόσμο εφαρμόζεται το ίδιο ακριβώς ορνεοφαγικό σχέδιο του φιλελευθερισμού. Παρ’ όλα αυτά, τόσα μέτρα άδικα και αναποτελεσματικά για τόσο χρόνο και, μάλιστα, σε περίοδο δημοκρατίας, ποτέ δεν έχουν ξαναγίνει. Πουθενά. Σας πνίγουν – πνίγεστε».

• Λέτε πως δεν είστε Ελληνας, πως δεν μιλάτε καλά τα ελληνικά. Αλλα διαπιστώνω εγώ.

vivlio-Tsiolkas «Είναι αστείο: όταν μιλάω ελληνικά, μιλάω δυνατά. Όταν μιλάω αγγλικά, η ένταση μειώνεται… φοβάμαι πως δεν τα μιλάω καλά, γιατί δεν μπορώ να τα διαβάσω γρήγορα και γιατί τα αγγλικά τα χρησιμοποιώ στο να γράφω. Αλλά μέχρι τα 20 μου, μόνο ελληνικά μιλούσα. Επίσης, γελάω δυνατά σαν Έλληνας – “το γελαστό παιδί” με λέγανε όλοι και μου έχει μείνει παρατσούκλι. Ήταν τότε και πολύ γνωστό τραγούδι. Μοιάζω και με Έλληνας φυσιογνωμικά. Ήρθα μικρός στην Ελλάδα, ήταν να μείνω κιόλας, την αγάπησα. Τότε, δεν ένιωθα να έχω ρίζες στην Αυστραλία. Αλλά στην ηλικία που είμαι, έχω πλέον ανίψια, εκεί είναι η μητέρα μου, ο αδερφός μου, ο τάφος του πατέρα μου. Κάθε φορά που έρχομαι όμως στην Ελλάδα αισθάνομαι άμεσα τη σύνδεση με την κουλτούρα, με τις ρίζες της οικογένειάς μου. Όλα αυτά είναι τμήμα της κληρονομιάς μου. Κάποτε ένας Αυστραλός μού είπε πως ανήκω εκεί που θέλω να με θάψουν. Απάντησα πως επιλέγω τη θάλασσα».

• Το νερό παίζει μεγάλο ρόλο και στο τελευταίο σας μυθιστόρημα.

«Ο ήρωάς μου είναι πρωταθλητής της κολύμβησης. Εξαιτίας των επιδόσεών του, αν και από λαϊκή τάξη, πάει σε ιδιωτικό σχολείο. Ήθελα να δείξω πως οι ταξικές διαφορές είναι ακόμη πολύ έντονες και ας ακούγεται παρωχημένο. Τα τελευταία 25 χρόνια στην Αυστραλία έχουμε γίνει ακόμα πιο πλούσιοι, πιο χοντροί και εγωιστές, οι φτωχοί έχουν γίνει ακόμα φτωχότεροι κι όμως, ακόμα ακούς πως αυτοί φταίνε και πως πρέπει να φτωχύνουν κι άλλο. Και δώσ’ του και κόβουν κονδύλια από την παιδεία και τις κοινωνικές παροχές. Πού να ήμασταν και σε κρίση δηλαδή!»

• Μέσα στο πλαίσιο που ζήσατε, πόσο εύκολο ήταν να γίνετε λογοτέχνης;

«Κατ’ αρχήν, για μένα καλλιτέχνης σημαίνει δουλειά και πάλι δουλειά. Τι σημαίνει έχω πάρει βραβεία ή διεθνείς τιμές; Πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου, μια φωνούλα σού λέει “έχεις κι άλλα να γράψεις. Μπορείς και καλύτερα”. Και ναι, ήταν πολύ δύσκολο για την οικογένειά μου να αποδεχτεί τον όρο “καλλιτέχνης” ή “συγγραφέας”. Ο αδερφός μου είναι δικηγόρος που βοηθάει τους άστεγους. Κλασική ελληνική οικογένεια, γιατρό ή δικηγόρο ήθελε τα παιδιά της».

• Τι ήταν πιο δύσκολο να εξομολογηθείτε στους γονείς σας: ότι είστε συγγραφέας ή ομοφυλόφιλος;

«Και τα δύο. Αλλά, για το δεύτερο νομίζω τους έδωσα μεγάλο πόνο. Τους το είπα γύρω στα είκοσι και μετά έφυγα από το σπίτι. Από δική μου θέληση, δεν με έδιωξαν. Ποτέ δεν με εγκατέλειψαν. Τώρα καταλαβαίνω πως έκαναν μεγάλο αγώνα να καταλάβουν τη ζωή που κάνει ο γιος τους. Απέναντί τους νιώθω μεγάλο χρέος».

• Στο «Μπαρακούντα» υπάρχει και κοινωνικός σχολιασμός πέρα από τα αυτοαναφορικά στοιχεία;

«Ο Ντάνι γίνεται βίαιος, εξολοθρευτής, σαν τα ψάρια των κοραλλιογενών υφάλων, τα Μπαρακούντα. Δεν αφήνεται, συνθλίβεται, αν και στο τέλος καταλαβαίνει. Η κοινωνία μας, θα το ξαναπώ, είναι έντονα ταξική. Το ’70, υπήρχε ένα κόμμα που λεγόταν “Το Έθνος” (the Nation) – ακραίων απόψεων. Τότε όλοι οι οπαδοί του κρατούσαν την αποικιακή μας σημαία, με τα αστέρια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας κ.λπ. Δυστυχώς, η Αριστερά τότε δεν τόλμησε να αντιπαραβάλει μία άλλη λύση: όχι να κάψει τη σημαία, αλλά να σηκώσει μια άλλη. Αυτή των ιθαγενών, ίσως. Της πραγματικής Αυστραλίας. Αυτά τα κενά που αφήνει η Αριστερά, η ατολμία και τα λάθη της με προβληματίζουν και συνεχώς κάνω ομιλίες και συζητάω ανά τον κόσμο γι’ αυτό».

• Έχετε κριτικάρει έντονα μέσα από τα βιβλία σας την κοινωνική ηθική, το εκπαιδευτικό σύστημα, τον ρατσισμό. Έχετε προκαλέσει. Έχετε γράψει το 2005 τη «Νεκρή Ευρώπη» πριν ακόμα αυτή «πεθάνει»…

(Γελάει!) «Δεν πιστεύω επ’ ουδενί στην πρόκληση για την πρόκληση. Ίσως επειδή ζούμε σε πολύ συντηρητικές εποχές φαίνονται προκλητικά τα όσα γράφω. Ειδικά στην αγγλόφωνη λογοτεχνία, ο συντηρητισμός είναι τόσο εμφανής – οι περισσότεροι γράφουν πανομοιότυπα για να πάρουν βραβεία και για να διδάξουν “πώς να γίνεις συγγραφέας”. Η λογοτεχνία όμως είναι πολύ περισσότερα από αυτό: εγώ γράφω γιατί θέλω να μη χάσουν οι άνθρωποι την ανθρωπιά τους. Προσωπικά, το γράψιμο με έσωσε. Όσο για την Ευρώπη, αλήθεια τι πάει να πει Ευρωπαίος; Ένας αγωνιστής; Ένας νεόπλουτος που ζει εις βάρος του Νότου; Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος αυτή τη στιγμή, ωστόσο θα πω πως δεν έχει πεθάνει ακόμη. Θέλω να πιστεύω πως κάτι καλό θα βγει στο τέλος. Ευτυχώς, υπάρχει ακόμη αντίσταση. Οι Αβορίγινες ακόμη αντιστέκονται, ελπίζω να κάνουν το ίδιο και οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι».

• Τελικά, είστε ο ατρόμητος συγγραφέας όπως σας χαρακτηρίζουν;

«Είμαι συγγραφέας. Είμαι και γιος, αδελφός και ένας άνθρωπος που προσπαθεί να είναι… καλός μέσα σ’ αυτόν τον περίεργο κόσμο. Εκεί μετριέται και το ότι είμαι αριστερός. Δεν ξέρω για το “ατρόμητος”, πάντως στο επόμενο βιβλίο βουτάω σε άγνωστα νερά: είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον Απόστολο Παύλο. Αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που επηρέασε τόσο κόσμο και πλέον ο χριστιανισμός είναι εξαιτίας του από τις ισχυρότερες θρησκείες».

 

* Info: Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα κυκλοφορεί και «Το χαστούκι». Τα υπόλοιπα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Οξύ («Κατά μέτωπο», «Ο άνθρωπος του Ιησού») και Printa («Νεκρή Ευρώπη»). Σήμερα Σάββατο, στις 20.00, μιλά στην Πάτρα, στον «Κήπο» (Παλαιών Πατρών Γερμανού 4-16).

Σχόλια